δαμάλι


δαμάλι
το (Α δαμάλιον, Μ δαμάλιν) [δάμαλις]
μσν.- νεοελλ.
νεαρός ταύρος, αρσενικό μοσχάρι ενός ή δύο χρόνων
νεοελλ.
1. το κρέας τού δαμαλιού
2. (για άνθρωπο) χοντροκέφαλος, ανόητος
μσν.
τρυφερή προσφώνηση αγαπημένου προσώπου («φῶς μου τὸ γλυκύ, πάν τερπνόν μου δαμάλιν»)
αρχ.
νεαρή αγελάδα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαμάλι — το μικρό μοσχάρι, μικρός ταύρος: Μ ένα γρόθο σκότωσε τριέτικο δαμάλι (Βαλαωρίτης) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δάμαλι — Δάμαλις young cow fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -άλα — Γλωσσ. παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών τής Νέας Ελληνικής, με την οποία σχηματίζονται: Ι) αφηρημένα ουσιαστικά παράγωγα ρημάτων, που δηλώνουν ενέργεια τού πρωτότυπου ρήματος, π.χ. κρεμάλα < κρεμώ, μουντζάλα < μουντζαλώνω, πηλάλα… …   Dictionary of Greek

  • Βόσπορος — (τουρκ. Boazici). Το στενό που χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία και συγχρόνως συνδέει τον Εύξεινο Πόντο με την Προποντίδα. Έχει μήκος περίπου 31 χλμ. και πλάτος από 550 (ελάχιστο) έως 3.200 (μέγιστο) μ. Η φυσική διαμόρφωση του Β. παρουσιάζει… …   Dictionary of Greek

  • αγριοδάμαλο — το άγριο δαμάλι* …   Dictionary of Greek

  • αργός — I Πόλη (υψόμ. 40 μ., 24.239 κάτ.), του νομού Αργολίδος, έδρα του ομώνυμου δήμου. Χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης, διατήρησε το ίδιο όνομα από πανάρχαια χρόνια. Σήμερα είναι ανεπτυγμένο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο με ωραία ρυμοτομία.… …   Dictionary of Greek

  • βακέτα — η 1. κατεργασμένο δέρμα μικρού μοσχαριού 2. υποδήματα από βακέτα 3. νεάζουσα γερασμένη γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. vacchetta «δαμάλι», υποκορ. του vacca «αγελάδα»] …   Dictionary of Greek

  • βόδι — Ζώο της οικογένειας των βοοειδών (βλ. λ.) * * * το 1. μεγαλόσωμο κατοικίδιο μηρυκαστικό (το αρσενικό λέγεται ταύρος, το θηλυκό αγελάδα, το νεαρό μοσχάρι και έπειτα από χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους δαμάλι) 2. (για άνθρωπο) νωθρός και… …   Dictionary of Greek

  • δαμαλάκι — το το μικρό ή μικροκαμωμένο δαμάλι …   Dictionary of Greek

  • δαμαλήσιος — ια, ιο αυτός που ανήκει σε δαμάλι ή δαμάλα ή προέρχεται απ αυτά …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.